Εσθλός
Που δεν λογάτε, δε λογαριάζετε, κανέναν.
-Γιατι το λες αυτό Γιάννη μου ;
Ο καθένας την πάρτη του, άρχοντας, μοναχός κι αχόρταγος, ήθελα να ξερα, ο κόσμος πώς θα 'ταν, αν μας αμολάγανε όλους με μιά βάρκα τον καθένα στο πέλαγος, αφου τόσο πολύ τον εαυτούλη του αγαπάει.
Πώς θα 'τανε, μιά άγνωστη ρότα, μπλε κάτω, μπλέ πάνω κι εσυ μόνος εκει, να κοιτάς μήπως βρείς καναν άλλο με βάρκα, και πάλι να τριβελλίζει το μυαλό σου η μανία πως αμα εχει αυτός καλύτερη βάρκα να του την πάρεις. Κι ας πνιγεί ο άλλος.
-Αγώνας επιβίωσης το λένε μάτια μου, πανάρχαιο ένστικτο των ζώων.
Δεν κατάλαβα, δε χώνεψα, γιατι για να επιβιώσω πρέπει τους ομοίους μου να ρίξω χάμω.
Δεν εχει η γή, η φύση, ο κόσμος, άλλα που να με κρατήσουν στη ζωή ; Γιατι τους ομοίους πρέπει να πολεμάω κιόλας ; Γιατι αυτοί πρέπει να με θεωρούν εχθρό ; Τι ειναι τούτο ; Πόλεμος είναι ; Ποιός μας έκανε εχθρούς μεταξύ μας ;
-Ειναι μάχη, σαν μάχη, για να επιβιώσεις. Να πετύχεις, να βγείς πέρα, νικητής.
Να νικήσω ποιόν ; Ποιόν πρέπει να λαβώσω ;
Μα ειναι ηλίθιο να πολεμάμε μεταξύ μας !
Κι εγω θέλω να ζήσω, να ζώ, να χαίρομαι, οχι να επιβιώνω ! ΝΑ ΖΩ !
Κι οταν θα φεύγω, να πώ "έζησα" κι όχι "επέζησα", τ' ακούς ;

















